JAMES TURRELL, Knowing Light, 2007
Computer-programmed LED panel and mixed media
80 × 50 inches (203.2 × 127 cm)
© James Turrell
Photo: Stathis Mamalakis
Courtesy the artist and Gagosian

 

Αν ο εικαστικός James Turrell είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σε οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός από τις ΗΠΑ, είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν θα κατάφερνε, με το έργο του, να γράψει τη δική του σελίδα στην ιστορία της τέχνης.

Η απέραντη αυτή χώρα όπου το βλέμμα δεν μπορεί εύκολα να καρφωθεί σε ένα σημείο του ορίζοντα δημιουργεί άλλη αίσθηση του εαυτού και το φως που στη δική μας  μικρή λίμνη, τη Μεσόγειο, με τις μικρές κλιμακες γης,  ορίζει όλο το παιχνίδι του επιστητού, στην αμερικανική ήπειρο είναι απλώς μια παράμετρος.

Ο Αμερικανός εικαστικός James Turrell, ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σύγχρονους εικαστικούς, αναγνώρισε πρώτος την υλικότητα του φωτός. Δηλαδή είδε το φως ως ύλη, όπως το χώμα και την πέτρα, κάτι που στέκει και με όρους Φυσικής γιατί τα φωτόνια έχουν μάζα. 

Σκέφτηκε λοιπόν ότι αφού το φως είναι ένα υλικό (όπως η πέτρα, το χώμα, το ξύλο) μπορεί να κατασκευάσει πράγματα,  δηλαδή πίνακες ζωγραφικής όπου το υλικό, θα ήταν αυτό. Όπως άλλοι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν το μολύβι, το κάρβουνο, το ακρυλικό χρώμα, ο Ταρέλ χρησιμοποίησε ως υλικό για τη ζωγραφική του το φως.

Και είναι ο ίδιος που τονίζει με επιμονή, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ότι τα έργα του είναι ζωγραφική και όχι γλυπτά.

Βέβαια, ακόμα κι αν δούμε το φως ως υλικό, αυτο ούτε «πιάνεται» ούτε εγκλωβίζεται μέσα σε κλειστούς χώρους. Μπορεί όμως κάποιος να το παράγει. Κι έτσι ο Turrell μας κάνει τη δεύτερη ανατρεπτική του πρόταση: δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε τεχνητό και φυσικό φως. Το φως είναι ένα και είναι υλικό.

Έκτοτε σε χώρους που κατασκευάζει ή επιλέγει ο ίδιος ζωγραφίζει πίνακες φωτός, λευκού ή έγχρωμου, συχνότερα το χρώμα εναλλάσσεται με το λευκό σε διάφορες παραλλαγές του και μας καλεί να σταθούμε απέναντι του για να ορίσουμε μια σχέση μαζί του αντί να περιοριστούμε στην περιγραφή του αισθήματος που μας προκαλεί (κάτι που κάνουν κατεξοχήν οι ποιητές (θυμίζω τον Σεφέρη) και οι ζωγράφοι (από Έλληνες να θυμίσω τα αριστουργηματικά ασπρόμαυρα του Παναγιώτη Τέτση). 

Υπάρχει και μια γοητευτική παραδοξότητα στον Turrell. Στις συνεντεύξεις (αξίζει να τις αναζητήσετε στο YouTube ιδιαίτερα αυτή που έκανε με τον Charlie Rose (εδώ κι εδώ)  με αφορμή το τελευταίο  έργο στο Guggenheim που το επισκέφθηκαν 1εκ άνθρωποι-σοβαρολογώ)  βλέπουμε έναν άνθρωπο που έχει τον απόλυτο έλεγχο των λέξεων. Τις επιλέγει πάντα προσεκτικά, με θαυμαστή ακρίβεια και τις εκφέρει με πολύ μεγάλη γλυκύτητα (είναι ένας γλυκομίλητος και όμορφος άνθρωπος, βιβλικού στυλ) αλλά όπως παραδέχεται και ο ίδιος, με αμήχανη αιδημοσύνη, τα έργα του είναι δύσκολο να περιγραφούν. Ακόμα και ο ίδιος έχει δυσκολευτεί να τα περιγράψει σε χρηματοδότες του. 

Αυτός είναι και ο λόγος που σχεδόν όλα τα δημοσιεύματα στον Τύπο εξαντλούνται στα βιογραφικά του στοιχεία και προσπαθούν να εξάψουν το ενδιαφέρον του θεατή μέσα από τον ενδιαφέροντα βίο του καλλιτέχνη και την επιβλητική του εικόνα. 

Συνειδητά δεν γράφω το παραμικρό βιογραφικό του στοιχείο. Ήταν ένα στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου για να σας προτρέψω να δείτε την έκθεσή του στην Αθήνα που τελειώνει μεθαύριο. 

Επισκέφθηκα την Gagosian στην Αθήνα με την πρόθεση η επίσκεψη μου να είναι ένας φόρος τιμής, μια επίσκεψη-προσκύνημα, όπως αυτές των Χριστιανών στις διάσημες εικόνες σε περιοδεία που τις επισκέπτονται να τις ασπαστούν και να ανάψουν ένα κερί. 

 

Το κερί μου ήθελα να ανάψω γιατί ο James Turrell είναι μακράν ο αγαπημένος μου Αμερικανός καλλιτέχνης και ένας από τους 5 πρώτους αγαπημένους μου εικαστικούς γενικώς, στην ίδια πεντάδα με τον Ρέμπραντ, άλλον ένα μάστορα του φωτός.

Όμως όχι. Η Gagosian υπηρέτησε πιστά τη φιλοσοφία του καλλιτέχνη. Έκλεισε παράθυρα και έφτιαξε δύο ειδικούς εκθεσιακούς χώρους στους οποίους αποκτάς πρόσβαση μέσα από δύο διαδρόμους και καθισμένος στον πάγκο, απέναντι από τον πίνακα που έχει ζωγραφίσει με ένα φως που αλλάζει χρώματα αργά, σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς και να διαπιστώσεις τις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης διάνοιας.

 

Δεν είμαι από τους τύπους που «ονειρεύονται» να επισκεφτούν τόπους, συνήθως επιθυμώ πολύ άυλα πράγματα, όμως είμαι βέβαιη ότι κάποια στιγμή στη ζωή μου θα πάω στην Αριζόνα να επισκεφθώ το Roden Crater και θέλω να πάω παρέα με τον Ρωμανό Γεροδήμο που κι αυτός αναγνωρίζει την υλικότητα των πιο ρευστών, για τους πολλούς, πραγμάτων.

 

Όσοι αγαπάτε την Τέχνη να πάτε, μην φοβηθείτε.